“Αυτό που ήρθε να επικρατήσει στο διήγημα και να αφήσει το αποτύπωμά του με τρόπο διαχρονικό, ήταν η θεώρηση του ανθρώπου ως ένα μυστήριο μέσω πραγματικών δεδομένων. Μία ποιητική προφητεία ή μία ποιητική άρνηση της πραγματικότητας. Αυτό που ελλείψει άλλης λέξης μπορεί να ονομαστεί μαγικός ρεαλισμός. (Arturo Úslar Pietri, El cuento venezolano)”
“Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 80’, η ζωγράφος Mandy και ο υλοτόμος Red ζουν ερωτευμένοι και απομονωμένοι στα βάθη ενός δάσους! Την τέλεια αυτή ηρεμία τους, θα διαταράξει σύντομα μια σέκτα σατανιστών, με επικεφαλής τον Jeremiah, o οποίος με το «Κέρας του Αμπράξας», θα επικαλεσθεί το απόλυτο «κακό» για να σκοτώσει την Mandy, παραδίδοντας έπειτα το σώμα της στις φλόγες, μπροστά στα μάτια του αγαπημένου της. Από κει και έπειτα ο Red, που θα καταφέρει ο ίδιος να σωθεί από την «μανία» της συμμορίας, θα επιδοθεί σ’ ένα «ντελίριο» εκδίκησης, παίρνοντας με το αυτοσχέδιο «σπαθί» του, μια μια τις ζωές, που του στέρησαν την ευτυχία του…”
Πολλοί θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν τη σκηνοθετική απόπειρα του Πάνου Κοσμάτου ως τίποτα το παραπάνω από μια ακόμη gore movie. Κατ’ άλλους όμως, η «οπτικοακουστική εμπειρία», “Mandy”, η σκηνοθετημένη από το γιο του Τζώρτζ Κοσμάτος (“Rambo 2”, “Cobra”), ενέχει πολύ μαγεία μέσα της, για να παρουσιασθεί ως ένα ακόμη δείγμα μια ακραίας ρεαλιστικής τάσης, που οι ταινίες τους είδους gore ακολουθούν (από το “Hostel” του Eli Roth ως το “Martyrs” του Pascal Laugier)…
Υπάρχει λοιπόν ένας άλλος όρος, που πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Γερμανό κριτικό τέχνης, Franz Roh (μόλις στις απαρχές του εικοστού αιώνα), ο οποίος συνοψιζόταν στη φράση μαγικός ρεαλισμός (realismo magico, aka magical realism)! Πιθανόν η ταινία του Κοσμάτου να διαθέτει όλα τα εχέγγυα, προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως έχει…
Για παράδειγμα, πρώτο και κύριο χαρακτηριστικό μαγικού ρεαλισμού στο “Mandy”, είναι πως το αίσθημα του φαντασιακού καταφέρνει να πάρει «σάρκα και οστά», μέσω των όσων αποτρόπαιων συμβαίνουν πράγματι στο απομονωμένο δάσος. Αυτό ο Κοσμάτος καταφέρνει να μας το περάσει με τον πιο «άρτιο» τρόπο που θα μπορούσε ποτέ κάποιος σκηνοθέτης να το περάσει. Είναι όντως δομημένο με τρόπο μαγικό δηλαδή, το πώς μεταφερόμαστε από τα φριχτά τεκταινόμενα της δολοφονίας, στο εκδικητικό αίσθημα που αναπτύσσεται στην καρδιά του Red, μετουσιωμένο σε ονειρικού/εφιαλτικού τύπου σκηνές, πλαισιωμένες με το ανάλογο πάντοτε κόκκινο χρώμα!
Περαιτέρω εδώ, θα μπορούσε κανείς να συμπληρώσει τη ρήση ενός κυρίαρχου εκπροσώπου του μαγικού ρεαλισμού (ονόματι Miguel Angel Asturias), περί παράλληλης πραγματικότητας, που πάει ως εξής: «Καταλαβαίνω πως υπάρχει μια πραγματικότητα χειροπιαστή στην οποία μπολιάζεται μια άλλη πραγματικότητα, αποκύημα της φαντασίας, που τυλίγεται από τόσες λεπτομέρειες, ώστε να φτάνει να γίνεται τόσο πραγματική όσο και η άλλη. Όλο το έργο μου ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες».
Σχετικά συνεπώς με το παραπάνω, το πόσο αριστοτεχνικά ο Πάνος Κοσμάτος δίνει στο σκηνοθετικό του «κομψοτέχνημα» τις δύο προαναφερθείσες πραγματικότητες φόνου-εκδίκησης (παράλληλα σύμπαντα κατά κάποιο τρόπο), μέσω των διαδοχικών λήψεων, οι οποίες συνοδεύονται από την ασύλληπτη φωτογραφία του φίλμ, δεν μπορεί να το περιγράψει κανείς με λόγια (Να σημειώσουμε παρεμπιπτόντως εδώ πως η παραγωγή του Mandy επικυρώνεται και με την σφραγίδα του Elijah Wood)!
Από την άλλη βέβαια, το πόσο καταφέρνει σεναριακά, από κοινού με τον Aaron Stewart Ahn, να μας πείσει για το υποτιθέμενο «Κέρας του Αμπράξας», και την ύπαρξη του, το οποίο βοηθάει τον αρχηγό της θρησκευτικής σέκτας, Jeremiah, να επικαλεσθεί τους τέσσερις μοτοσικλετιστές/καβαλάρηδες να απαγάγουν και να του παραδώσουν την Mandy, είναι ένα άλλο ζήτημα!
Ακόμα δηλαδή κι αν κάποια μαγικά στοιχεία, δεν χρειάζεται (στον μαγικό ρεαλισμό πάντα) να εξηγηθούν ποτέ, το σενάριο συνεχίζει να παρουσιάζει κενά και να μην δίνει επεξηγήσεις, προκειμένου καταλάβει κανείς το «πλαίσιο» στο οποίο κινείται η ταινία. Το αποτέλεσμα επομένως είναι, πολλοί από τους διαλόγους, τους μονολόγους και τις αφηγήσεις, να μη γίνονται σαφείς στο θεατή και να κουράζεται πραγματικά πολύ να καταλάβει, περί τίνος πρόκεινται όλα…
Οι ερμηνείες πάλι είναι επίσης συμπαθητικές αλλά λίγο υπερβολικές, όπως εξάλλου ταιριάζει στον μέντορα Nicolas Cage! Τον χολυγουντιανό σταρ πλαισιώνουν οι Andrea Riseborough (“Birdman”, “Death of Stalin”), Linus Roache (“Batman Begins”), Ned Dennehy (“Peaky Blinders”), Olwen Fouere, Richard Brake (“31”), Line Pillet και Clement Baronnet (“La Colle”)…
Το “Mandy” παραμένει φυσικά ένα ατμοσφαιρικό φιλμ, με λίγο από David Lynch και λίγο από Quentin Tarantino να φαντάζουν ως οι κύριες επιρροές του Κοσμάτου. Όσον αφορά πάλι στο soundtrack του Johan Johannsoon, διαισθανόμαστε στην «περιρρέουσα» (ατμόσφαιρα), τον Πάνο Κοσμάτο να επιλέγει ως ένας άλλος Jim Jarmusch, το πώς θα ντύσει ακουστικά το οπτικό του δημιούργημα, με λίγο πιο heavy metal διάθεση εννοείται!
Το “Mandy”, που έκανε πρεμιέρα στο Athens International Film Festival (AIFF), θα κυκλοφορήσει στις ελληνικές αίθουσες στις 25 Οκτωβρίου…
Δείτε το trailer:
- Σκηνοθεσία
- Σενάριο
- Ερμηνείες
- Παραγωγή





